Εργαστηριακά Τμήματα

Τρίτη 13 Μαρτίου 2018

ΛΙΠΟΠΡΩΤΕΪΝΕΣ ΑΙΜΑΤΟΣ

Στόχοι/Τι πρέπει να γνωρίζετε:

1. Σύσταση και δομή λιποπρωτεϊνών. Με ποιές 2 μεθόδους ταξινομήθηκαν;

2. Πως διαφέρουν οι HDL, LDL, VLDL IDL (πίνακας 1, σελ. 83) ;

3. Ποιοί είναι οι κύριοι παράγοντες κινδύνου αθηροσκλήρυνσης και καρδιαγγειακών νοσημάτων (σελ. 82);

4. Κατανόηση των πινάκων Ι (σελ. 83) και ΙΙ (σελ. 85).

5. Ποιοί είναι οι κύριοι τύποι λιπρωτεϊνικών φαινοτύπων και πως διαφέρουν;

Τα πιο κάτω αξιοπρόσεκτα γενικά σημεία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πυρήνας οργάνωσης των γνώσεών σας.


Όλες οι ΛΠ περιέχουν:
1) Χοληστερόλη
2) Τριγλυκερίδια 

Οι ΛΠ διαφέρουν ως προς τα:
1) Μέγεθος
2) Ποσότητα χοληστερόλης
3) Ποσότητα τριγλυκεριδίων
4) Σύσταση πρωτεϊνών

Γενική δομή λιποπρωτεϊνικών σωματιδίων (ΛΠ)

 

 H πιο κάτω ανασκόπηση περιέχει εμπεριστατωμένη παρουσίαση του λιπιδικού μεταβολισμού και της αθηροσκλήρωσης.

 Λιποπρωτεΐνες και Αθηροσκλήρωση

 Βίντεο

Το πιο κάτω 29λεπτο βίντεο περιγράφει τον μεταβολισμό των λιπών. Είναι κατάλληλο για την κατανόηση του μεταβολισμού των λιπών και θα βοηθήσει να συνδέσετε τον μεταβολισμό των λιπδίων με τον μεταβολισμό των υδατανθράκων και των πρωτεϊνών.



ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΓΛΥΚΟΖΗΣ

Α. Τι πρέπει να γνωρίζετε/Στόχοι

1. Σακχαρώδης Διαβήτης: Διάγνωση και ταξινόμηση

2. Δοκιμασία ανοχής της γλυκόζης


Αρθρα/σημειώσεις

1) Άρθρο για τον σακχαρώδη διαβήτη (Ελληνιστί)

ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ: ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ

2) Μέθοδοι προσδιορισμού της γλυκόζης (Αγγλιστί)

3) Ανίχνευση υδατανθράκων με αντιδραστήρια Fehling & Benedict (Ελληνιστί)

ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΥΔΑΤΑΝΘΡΑΚΩΝ

4) Ανασκόπηση χημείας υδατανθράκων

XHMEIA KAI BIOXHMEIA ΥΔΑΤΑΝΘΡΑΚΩΝ

Ορισμός
Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι χρόνια νόσος η οποία  χαρακτηρίζεται από υπεργλυκαιμία, διαταραχή του μεταβολισμού των υδατανθράκων, των λιπών και των πρωτεϊνών και οφείλεται σε μειονεκτική έκκριση ή σε μειονεκτική δράση της ινσουλίνης ή σε συνδυασμό των δύο.

Ταξινόμηση
Υπάρχουν 4 τύποι σακχαρώδους διαβήτη:

Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 (ΣΔτ1): χαρακτηρίζεται από απόλυτη έλλειψη ινσουλίνης. Παλιότερα ονομάζονταν νεανικός σακχαρώδης διαβήτης και ινσουλινοεξαρτώμενος σακχαρώδης διαβήτης.
Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 (ΣΔτ2)
Είναι ο συχνότερος τύπος καιχαρακτηρίζεται από τη συνύπαρξη διαταραχής της έκκρισης και της δράσης τηςινσουλίνης. Παλιότερα ονομάζονταν σακχαρώδης διαβήτης των ενηλίκων και μη ινσουλινοεξαρτώμενος σακχαρώδης διαβήτης.
Άλλοι τύποι σακχαρώδους διαβήτη
Οφείλονται σε γενετικές διαταραχές των β-κυττάρων, νοσήματα της εξωκρινούς μοίρας του παγκρέατος, φάρμακα, κλπ. 
Σακχαρώδης διαβήτης της κύησης
Ορίζεται ως διαταραχή του μεταβολισμού των υδατανθράκων ποικίλης βαρύτητας με έναρξη ή πρώτη αναγνώριση στην παρούσα εγκυμοσύνη.

Διαγνωστικά κριτήρια σακχαρώδους διαβήτη
Η διάγνωση του σακχαρώδους διαβήτη τίθεται όταν:
Γλυκόζη νηστείας πλάσματος ≥ 126  mg/dlμετά από νηστεία 8 ωρών
ή
Συμπτώματα υπεργλυκαιμίας και τυχαία τιμή γλυκόζης πλάσματος ≥ 200 mg/dl

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΑΜΠΎΛΗ δοκιμασίας ΓΛΥΚΌΖΗΣ

 American Diabetes Association: Ο πιο κάτω σύνδεσμος περιέχει άρθρο για την αποτίμηση της καμπύλης ανοχής της γλυκόζης.

Assessing the Shape of the Glucose Curve During an Oral Glucose Tolerance Test

 
Τυχαία τιμή γλυκόζης θεωρείται οποιαδήποτε στιγμή του 24-ώρου ανεξάρτητα από τον χρόνο που παρήλθε από τη λήψη τροφής. Τα κλασικά συμπτώματα της υπεργλυκαιμίας είναι η πολυουρία, η πολυδιψία και η ανεξήγητη απώλεια
σωματικού βάρους.
ή
Τιμή γλυκόζης πλάσματος ≥ 200 mg/dl, 2 ώρες μετά από τη λήψη γλυκόζης 75 gκατά τη διάρκεια της δοκιμασίας ανοχής στη γλυκόζη σύμφωνα με τις συστάσειςτης Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας.
Όταν απουσιάζουν τα κλασικά συμπτώματα της υπεργλυκαιμίας, αυτά τα κριτήρια πρέπει να επιβεβαιώνονται με επανάληψη της μέτρησης της γλυκόζης σε μια διαφορετική ημέρα. Για τη διάγνωση του διαβήτη της κύησης ισχύουν διαφορετικά διαγνωστικά κριτήρια.

Προδιαβήτης


Οι φυσιολογικές τιμές της γλυκόζης πλάσματος είναι < 100 mg/dl
Άτομα που έχουν τιμές γλυκόζης νηστείας πλάσματος μεταξύ 100 και 125mg/dl έχουν διαταραγμένη γλυκόζη νηστείας (Impaired Fasting Glucose IFG).
Άτομα με τιμές γλυκόζης πλάσματος ≥ 140 mg/d l και <200 mg/dl 2 ώρες μετά από τη λήψη γλυκόζης 75 g κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας ανοχής στη γλυκόζη και τιμές γλυκόζη νηστείας πλάσματος < 126 mg/dl, θεωρούνται ότι έχουν διαταραγμένη (παθολογική) ανοχή στη γλυκόζη (Impaired Glucose Tolerance,IGT). Τόσο τα άτομα με IFG όσο και αυτά με IGT χαρακτηρίζονται ως προδιαβητικά

Μέθοδος Δοκιμασίας Ανοχής της Γλυτκόζης:
 
ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑΣ ΑΝΟΧΗΣ ΤΗΣ ΓΛΥΚΟΖΗΣ



  Άσκηση 1η:


Να σχεδιάσετε την γραφική παράσταση επιπέδων της γλυκόζης ως συνάρτηση του χρόνου παροχής της (δοκιμασία γλυκόζης) για τους δύο ασθενείς πιο κάτω και να αναλύσετε τα αποτελέσματα.
   
Ασθενής 1





Eξετάσεις 
 min  Kαμπύλη/γλυκόζης
• 40 ετών


128 mg/dl 
• Βάρος: 76 κιλά
0 128
• Ύψος: 1,68 cm
30 164
• ΔΜΣ: 26,9
45 203
• Γλυκόζη νηστείας: 114  60 221
Ο Κος Αντώνης 
75 223
mg/dl

90 223
• Χοληστερόλη: 153 mg/dl 120 209
• Τριγλυκερίδια: 136 mg/dl 180 199
• HDL: 42 mg/dl 
240 116
• LDL: 107 mg/dl 
300 82







Ασθενής 2




Eξετάσεις  min Kαμπύλη γλυκόζης

55 ετών 


0 131
Βάρος: 83 κιλά 
30 253
Ύψος: 1,70 cm
45 310
ΔΜΣ: 28,7 
60 299
Γλυκόζη νηστείας: 120  90 238
mg/dl

120 138
Χοληστερόλη: 198 mg/dl 180 74
Τριγλυκερίδια: 155 mg/dl


HDL: 40 mg/dl



LDL: 138 mg/dl 





Λύση:



Γλυκόζη,mg/dl


min  Αντώνης Θανάσης
0     128 131
30     164 253
45     203 310
60     221 299
75     223 260
90     223 238
120     209 138
180     199 74
240     116
300       82






































Άσκηση 2η

















Φυσιολογικό άτομο είχε συγκέντρωση γλυκόζης  αίματος <160 mg/100 ml και φυσιολογική καμπύλη μετά 2 ώρες. Τι συμπεραίνετε;





















Άσκηση 3η






















Ποιά από τις δύο μεθόδους προσδιορισμού των επιπέδων της γλυκόζης είναι πιο ακριβής; Η ενζυμική ή η χημική και γιατί;























Άσκηση 4η























Πόσες μεθόδους προσδιορισμού της γλυκόζης γνωρίζετε;














































Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2017

ΑΜΙΝΟΞΕΑ & ΠΡΩΤΕΪΝΕΣ

Σκοποί:

Α) ΑΜΙΝΟΞΕΑ, σελ. 20-27

1. Αναγνώριση αμινοξέων με τις αντιδράσεις νινυδρίνης, Sakaguchi κ.α.
2. Κατανόηση ιδιοτήτων των αμινοξέων που χρειάζονται για την αναγνώρισή τους

Β) ΠΡΩΤΕΪΝΕΣ, σελ. 28-36

1. Κατανόηση των επιδράσεων του pH στην διαλυτότητα των πρωτεϊνών
2. Κατανόηση των επιδράσεων ττων (αν)ιόντων στην διαλυτότητα των πρωτεϊνών
3. Γνώση μεθόδων διαχωρισμού πρωτεϊνών

     α. Χρωματογραφία μοριακής διήθησης (Gel filtration chormatography)
     β. Ηλεκτροφόρηση πρωτεϊνών/Ισοηλεκτρικός εστιασμός/Ανοσοστύπωση

4. Καθίζηση στο pI
5. Καθίζηση με θέρμανση, HgCl2, αντιδραστήριο Esbach
6. Χρωματογραφία διήθησης της λευκωματίνης

Γ) ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗΣ

Απαντήστε τις ακόλουθες ερωτήσεις:

1. Να συγκρίνετε την μοριακή διήθηση με άλλες μεθόδους διαχωρισμού των πρωτεϊνών
2.  Σχεδιάστε και ονομάστε τα μέρη της στήλης

3.  Ποιός είναι οσκοπός του διαλύματος έκλουσης;
4.  Ποιό μόριο θα εκλουόταν πρώτο: Ένα σφαιρικό ή ένα γραμμικό; Γιατί;
5. Πποιά είναι η στατική φάση και ποιά η κινητή φάση;

Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2017

ΑΙΜΟΣΦΑΙΡΙΝΟΠΑΘΕΙΕΣ

Σελίδες 106-116

Μαθησιακοί στόχοι

Α) ΑΙΜΟΣΦΑΙΡΙΝΟΠΑΘΕΙΕΣ

1. Δομή και λειτουργία αιμοσφαρίνης
2. Φυσιολογικά εππιπεδα αιμοσφαρινών
3. Κύριες αιμοσφαιρνοπάθειες

Β) ΧΡΩΜΑΤΟΓΡΑΦΊΑ ΑΝΤΑΛΛΑΓΉΣ ΙΟΝΤΩΝ

1. Έννοιες χρωματογραφίας ανταλλαγής ιόντων

Γ) ΑΦΥΔΡΟΓΟΝΑΣΗ 6-ΦΩΣΦΟΡΙΚΗΣ ΓΛΥΚΟΖΗΣ, G6PD

1. Καταλυόμενη αντίδραση
2. Γιατί είναι σημαντική
3. Γιατί είναι ευαίσθητα τα ερυθρά αιμοσφαίρια


Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2017

ΒΙΟΧΗΜΙΚΗ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΗΣ ΝΕΦΡΙΚΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

Το παρόν εργαστήριο προετοιμάστηκε από την κ. Καλή Μακέδου και τον κ. Γιώργο Κολιάκο. 
 
Εργαστήριο Παρασκευής 4 Νοεμβρίου, 2016


Κολιάκος Γεώργιος, Καθηγητής
Μακέδου Καλή, Επίκουρη Καθηγήτρια

Οι νεφροί είναι όργανα του σώματος με πολύ σημαντικές λειτουργίες, όπως:
1.    Παραγωγή των ούρων, με τα οποία αποβάλλονται από τον οργανισμό όλα τα άχρηστα προϊόντα του μεταβολισμού των διαφόρων ουσιών, αλλά και άλλες τοξικές ουσίες
2.    Διατήρηση του ισοζυγίου νερού – ηλεκτρολυτών και ρύθμιση της οξεοβασικής ισορροπίας
3.    Ογκοεξαρτώμενη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης
4.    Καταβολισμός πεπτιδίων, π.χ. ινσουλίνης
5.    Παραγωγή ορμονών:
α)  της ρενίνης, για τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης
β) της ερυθροποιητίνης, για τη ρύθμιση της παραγωγής των ερυθρών αιμοσφαιρίων από το μυελό των οστών
γ)  της βιταμίνης D [1,25 (OH)2D3], για την απορρόφηση του ασβεστίου από το γαστρεντερικό σωλήνα.

Ουρία αίματος
      Η ουρία CO(NH2)2 παράγεται συνεχώς στο ήπαρ, με τον κύκλο της ουρίας, σαν τελικό προϊόν του μεταβολισμού των πρωτεϊνών και αποβάλλεται συνεχώς από τους νεφρούς. Οι ποσότητες της ουρίας που παράγονται και αποβάλλονται κατά τη διάρκεια της ημέρας δεν είναι σταθερές, δεδομένου ότι είναι συνάρτηση των πρωτεϊνών που λαμβάνονται με την τροφή. Για το λόγο αυτό και η συγκέντρωσή της στο αίμα δεν είναι σταθερή. 
            Αύξηση της ουρίας, που καλείται αζωθαιμία, μπορεί να εμφανισθεί σε όλες τις νόσους του παρεγχύματος του νεφρού, όπως νεφρίτιδα, προχωρημένη πυελονεφρίτιδα, νεφροσκλήρυνση, κακοήθη νεοπλάσματα του νεφρού, αλλά και σε ισχαιμία στο νεφρό. Αύξηση της ουρίας, όμως, μπορεί να οφείλεται και σε άλλους προνεφρικούς ή μετανεφρικούς παράγοντες.
Προνεφρικοί παράγοντες μπορεί να είναι:
·         τροφή πλούσια σε πρωτεΐνες
·         ελαφρά αφυδάτωση
·         αυξημένος μεταβολισμός των πρωτεϊνών, όπως σε νοσήματα φθοράς των μυών, σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και καρδιακή ανεπάρκεια
·         επαναρρόφηση πρωτεϊνών από το έντερο, όπως σε αιμορραγία από το γαστρεντερικό και έγκαυμα
·         πείνα και
·         λήψη φαρμάκων, όπως η κορτιζόνη.
Στην προνεφρική αζωθαιμία δεν είναι ταυτόχρονα αυξημένη και η κρεατινίνη.
Μετανεφρικοί παράγοντες που προκαλούν μετανεφρική αζωθαιμία είναι η απόφραξη των ουρητήρων, της κύστης ή της ουρήθρας, η νεφρολιθίαση, η υπερτροφία του προστάτη και γενικότερα αποφρακτικά νοσήματα του ουροποιητικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι αυξημένη και η κρεατινίνη.
Οι φυσιολογικές τιμές της ουρίας αίματος στους ενήλικες είναι 22-40 mg/dl. Το άζωτο της ουρίας (BUN) υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας τη συγκέντρωση της ουρίας με τον αριθμό 0,4665.                                                                                                                            

Κρεατινίνη αίματος
            Η κρεατινίνη είναι ανυδρίτης της κρεατίνης, που συντίθεται στο ήπαρ, το πάγκρεας, το νεφρό και μεταφέρεται με το αίμα στους μυς και στον εγκέφαλο. Εκεί πραγματοποιείται φωσφορυλίωσή της σε φωσφορική κρεατίνη, η οποία και αποτελεί την ταχύτερη πηγή ανασύνθεσης του ATP, με τη βοήθεια του ενζύμου κρεατινική κινάση (CK). Ένα μικρό ποσοστό της κρεατίνης, 1-2%, μετατρέπεται σε  κρεατινίνη, η οποία μεταφέρεται στους νεφρούς προς αποβολή. Εκεί διηθείται πλήρως από το νεφρικό σπείραμα, ένα  μικρό ποσοστό επαναρροφάται και ένα ακόμη μικρότερο εκκρίνεται ενεργητικά από τα νεφρικά σωληνάρια.
Η συγκέντρωση της κρεατινίνης παραμένει σταθερή και είναι χαρακτηριστική για κάθε άνθρωπο. Μικρές μεταβολές, όπως αύξηση σε υγιές άτομο, μπορεί να οφείλονται σε κατανάλωση μεγάλης ποσότητας κρέατος. Η συγκέντρωσή της στο αίμα εξαρτάται από τη μάζα των μυών του σώματος, γι’ αυτό και είναι μεγαλύτερη στους άνδρες από ό,τι στις γυναίκες και στα παιδιά. Φυσιολογικά, τα επίπεδά της πρέπει να είναι 0,6 - 1,4mg/dl για τους άνδρες και 0,5 - 1,1mg/dl για τις γυναίκες.
Αύξηση των επιπέδων της κρεατινίνης, μόνη ή σε συνδυασμό με την ουρία, μπορεί να παρατηρηθεί σε διαταραχές του ρυθμού της σπειραματικής διήθησης, που μπορεί να προκληθεί σε νοσήματα του νεφρικού παρεγχύματος, οπότε διαταράσσεται η νεφρική λειτουργία, σε απόφραξη των ουροφόρων οδών, σε συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια και σε κακή αιμάτωση των νεφρών, όπως σε καταπληξία και αφυδάτωση. Η συγκέντρωση της κρεατινίνης στο αίμα, όμως, αυξάνεται και σε άλλα νοσήματα που χαρακτηρίζονται από αυξημένη παραγωγή και μεταβολισμό της κρεατίνης, όπως σε μεγαλακρία και γιγαντισμό, μυϊκή δυστροφία, πολυμυελίτιδα, μυασθένια Gravis, δερματομυοσίτιδα, υπερθυρεοειδισμό, κ.α. Ελάττωση της συγκέντρωσης της κρεατινίνης μπορεί να παρατηρηθεί σε περιπτώσεις μείωσης της μυϊκής μάζας και στην κύηση.
Ρυθμός σπειραματικής διήθησης και πλασματική κάθαρση κρεατινίνης: Αν μια ουσία που υπάρχει στο αίμα διηθείται ελεύθερα από τα νεφρικά σπειράματα, αν δεν επανρροφάται και δεν εκκρίνεται ενεργητικά από τα νεφρικά σωληνάρια, τότε ο ρυθμός αποβολής αυτής της ουσίας με τα ούρα δείχνει τη διηθητική ικανότητα, και κατ’ επέκταση τη λειτουργικότητα, του νεφρικού σπειράματος, και καλείται Ρυθμός Σπειραματικής Διήθησης (Glomerular Filtration Rate, GFR). Όσο μεγαλύτερος είναι αυτός ο ρυθμός, τόσο πιο γρήγορα θα αποβάλλεται η ουσία αυτή στα ούρα.
Πλασματική κάθαρση της κρεατινίνης είναι το υποθετικό ποσό του πλάσματος που απαλλάσσεται από την κρεατινίνη, όταν διέρχεται από τα νεφρικά σπειράματα, στη μονάδα του χρόνου (min). Όταν δεν διαταράσσεται η νεφρική λειτουργία πρέπει να ισούται με το ποσό του πλάσματος που διηθείται στο λεπτό, που για τους ενήλικες είναι 125-135 ml/min. Ο υπολογισμός της κάθαρσης της κρεατινίνης αντανακλά το ρυθμό σπειραματικής διήθησης και γίνεται από τη σχέση
                                      Ccr  = Ucr * V / Pcr
όπου Ccr: η κάθαρση κρεατινίνης
         Ucr: η συγκέντρωση κρεατινίνης σε δείγμα ούρων συλλογής 24ώρου
          V: ο ρυθμός ροής των ούρων (συνολικός όγκος ούρων σε 24 ώρες)
    Pcr: η συγκέντρωση της κρεατινίνης στο πλάσμα.

Σε σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, τα επίπεδα της κρεατινίνης στο πλάσμα είναι πιο αντιπροσωπευτικά του ρυθμού σπειραματικής διήθησης απ’ ότι η κάθαρση της κρεατινίνης, η οποία είναι ψευδώς υψηλότερη.

Ουρικό οξύ αίματος
            Το ουρικό οξύ είναι το τελικό προϊόν του μεταβολισμού των πουρινών του οργανισμού αλλά και των πυρηνοπρωτεϊνών της τροφής. Κατά τη διάσπαση των πουρινών η αδενίνη οξειδώνεται σε υποξανθίνη και αυτή, στη συνέχεια, σε ξανθίνη με τη δράση της οξειδάσης της ξανθίνης, που είναι ένα ένζυμο του ήπατος. Το μεγαλύτερο μέρος του ουρικού οξέος βρίσκεται στο αίμα και λιγότερο στα κύτταρα. Η συγκέντρωσή του, όμως, στο αίμα δεν είναι σταθερή.
Το ουρικό οξύ αποβάλλεται κατά 75% από τα ούρα και κατά 25% από τα κόπρανα. Όλο το ουρικό οξύ διηθείται από τα νεφρικά σπειράματα και, σχεδόν όλο, επαναρροφάται από τα εγγύς εσπειραμένα σωληνάρια. Το ουρικό οξύ τελικά αποβάλλεται στα ούρα από τα άπω εσπειραμένα σωληνάρια. Φυσιολογικά τα επίπεδά του στο αίμα είναι 2,4-5,7mg/dl για τις γυναίκες και 3,4-7mg/dl για τους άνδρες.
Αύξηση των επιπέδων του ουρικού οξέος στο αίμα εμφανίζεται:
1. Σε καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από αυξημένο καταβολισμό πουρινών, όπως η λευχαιμία, η αιμολυτική ή η κακοήθης αναιμία, το πολλαπλούν μυέλωμα, οι οξείες λοιμώξεις, η ακτινοβολία, σε καταστροφή ιστών, όπως σε πνευμονία, εκλαμψία, στεφανιαία νόσος και σε άλλες παθήσεις, όπως υπερλιποπρωτεϊναιμίες, υποθυρεοειδισμό, κ.α.
2. Σε νεφρική βλάβη, σε ανεπάρκεια δηλαδή του νεφρού να διηθεί. Τα επίπεδά του ουρικού οξέος σε νεφρική ανεπάρκεια αυξάνονται, όμως, αργότερα από εκείνα της ουρίας και της κρεατινίνης.
3. Σε ουρική αρθρίτιδα, κατά την οποία κρύσταλλοι ουρικού οξέος εναποτίθενται στους γύρω από τις αρθρώσεις ιστούς ή και μέσα στην άρθρωση, στο νεφρικό παρέγχυμα με αποτέλεσμα το σχηματισμό νεφρολίθων.
4. Σε προεκλαμψία στην εγκυμοσύνη, πριν ακόμη διαταραχθεί η νεφρική λειτουργία
5. Σε γενετική ανεπάρκεια του ενζύμου οξειδάση της ξανθίνης, κατάσταση που καλείται συγγενής υπερουριχαιμία
6. Σε πρωτοπαθή νεανική υπερουριχαιμία ή Σύνδρομο Lesch-Nyhan, συγγενής φυλοσύνδετη νόσος που εκδηλώνεται στα αγόρια.
Ελάττωση των επιπέδων του ουρικού οξέος παρατηρείται σπανιότερα σε Νόσο Wilson (ηπατοφακοειδή εκφύλιση), σε σύνδρομο Fanconi, σε μεγαλακρία, και σε ινσουλινοθεραπεία.

 ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

ΠΕΙΡΑΜΑ 1. Προσδιορισμός ουρίας στον ορό αίματος

Αρχή της Μεθόδου
Η μέθοδος είναι ενζυματική και στηρίζεται στην υδρόλυση της ουρίας με το ένζυμο ουρεάση, παρουσία νερού, παράγοντας αμμωνία. Η αμμωνία που παράγεται αντιδρά με το οξογλουταρικό και NADH, με την παρουσία της γλουταμικής δεϋδρογονάσης και δίνει γλουταμικό και NAD+. H κατανάλωση του NADH που υπολογίζεται με τη μείωση της απορρόφησης στο υπεριώδες (340nm) είναι ανάλογη με την ποσότητα της ουρίας του δείγματος.
ουρεάση
 
Ουρία  +   2Ο                                  2ΝΗ4+ +          CO32-
Γλουταμική δεϋδρογονάση
 
α-κετογλουταρικό + 2ΝΗ4+ + NADΗ                                             L-γλουταμικό + NAD+ + Η2Ο

Υλικά
Αντιδραστήριο 1         (Tris buffer pH 7,8  120mmol/l
ADP 750mmol/l
Ουρεάση 40KU
Γλουταμική δεϋδρογονάση     0,4KU)

Αντιδραστήριο 2       ( α-κετογλουταρικό   25mmol/l
                                    NADH                   1,2mmol/l )

Πρότυπο διάλυμα ουρίας   (80mg/dl)

Μέθοδος

Παρασκευή αντιδραστηρίου εργασίας: Σε ένα δοκιμαστικό σωλήνα μεταφέρουμε 12ml από το Αντιδραστήριο 1 και 3ml από το αντιδραστήριο 2, το οποίο θα χρησιμοποιηθεί και από τις δύο ομάδες του πάγκου.
Σε δύο δοκιμαστικούς σωλήνες τοποθετούμε το αντιδραστήριο, το πρότυπο και το δείγμα όπως υποδεικνύει ο Πίνακας:
 

Τυφλό
Πρότυπο
Δείγμα
Πρότυπο διάλυμα
-
20μl
-
Δείγμα
-
-
20μl
Αντιδραστήριο εργασίας
2ml
2ml
2ml

Αναμιγνύουμε και επωάζουμε πάνω στον πάγκο για 1min. Φωτομετρούμε και καταγράφουμε τις απορροφήσεις Α1 του τυφλού, του προτύπου και του δείγματος. Μετά από 1min ακριβώς καταγράφουμε τις απορροφήσεις Α2 του τυφλού, του προτύπου και του δείγματος.
Προσδιορίζουμε τη ΔΑ=Α1-Α2 του τυφλού, του προτύπου και του δείγματος.
Αφαιρούμε τη ΔΑ του τυφλού ΔΑ από τις ΔΑ του προτύπου (προκύπτει η ΔΑπροτύπου) και του δείγματος (προκύπτει η ΔΑδείγματος) και προσδιορίζουμε τη συγκέντρωση της ουρίας από τη σχέση
    ΔΑδείγματος
 
    ΔΑπροτύπου
C = 80 x                                  (mg/dl)


Τιμές αναφοράς:        10-50 mg/dl
                       
ΠΕΙΡΑΜΑ 2. Προσδιορισμός κρεατινίνης στον ορό του αίματος

Αρχή της Μεθόδου
Η μέθοδος είναι χρωματομετρική, χωρίς απολευκωμάτωση, και βασίζεται στην αντίδραση της κρεατινίνης με το πικρικό οξύ, ένα ασθενές οξύ, σε αλκαλικό περιβάλλον και στο σχηματισμό έγχρωμου συμπλόκου. Η αύξηση της απορρόφησης του συμπλόκου είναι ανάλογη με την ποσότητα της κρεατινίνης στο δείγμα.

Κρεατινίνη + Πικρικό οξύ                                           Σύμπλοκο κρεατινίνης-πικρικού

Υλικά
Αντιδραστήριο 1 (NaOH 160mmol/l)
Αντιδραστήριο 2 (Πικρικό οξύ 13,9mmol/l)
Πρότυπο δάλυμα κρεατινίνης 2mg/dl
Ορός αίματος
Φωτόμετρο

Μέθοδος
Παρασκευή αντιδραστηρίου εργασίας: Σε ένα δοκιμαστικό σωλήνα αναμιγνύουμε 8ml από το Αντιδραστήριο 1 με 2 ml από το αντιδραστήριο 2, το οποίο θα χρησιμοποιηθεί και από τις δύο ομάδες του πάγκου.

Σε δύο δοκιμαστικούς σωλήνες τοποθετούμε το αντιδραστήριο, το πρότυπο και το δείγμα όπως υποδεικνύει ο Πίνακας:


Πρότυπο
Δείγμα
Πρότυπο διάλυμα
200μl
-
Δείγμα
-
200μl
Αντιδραστήριο εργασίας
2ml
2ml

Αναμιγνύουμε και επωάζουμε πάνω στον πάγκο (σε θερμοκρασία δωματίου) για 30sec. Ρυθμίζουμε το φωτόμετρο στα 492nm. Μηδενίζουμε με απεσταγμένο νερό. Παίρνουμε τις απορροφήσεις του προτύπου και του δείγματος (Α1). Μετά από 2 λεπτά ακριβώς παίρνουμε ξανά τις απορροφήσεις του προτύπου και του δείγματος (Α2).
Υπολογίζουμε τη συγκέντρωση της κρεατινίνης με τον εξής τύπο:
ΔΑδειγμ
 
ΔΑπροτ
C = 2  x                         (mg/dl),     όπου ΔΑ = Α2 - Α1


Τιμές αναφοράς:        Άνδρες     0,6 - 1,4mg/dl
                                    Γυναίκες   0,5 - 1,1mg/dl


ΠΕΙΡΑΜΑ 3. Προσδιορισμός ουρικού οξέος στον ορό

Αρχή της μεθόδου
Ο προσδιορισμός του ουρικού οξέος γίνεται με τη βοήθεια της αντίδρασης με το ένζυμο ουρικάση. Το παραγόμενο υπεροξείδιο του υδρογόνου αντιδρά με το υδροξυ-βενζοσουλφονικό οξύ (DCHBS) και την 4-αμινοφαιναζόνη, παρουσία της υπεροξειδάσης, και παράγεται μια κόκκινη-βιολετί κινονεϊμίνη.
Ουρικάση
Ουρικό οξύ + Ο2 + 2Η2Ο                                  αλλαντοΐνη + CO + H2O2
Υπεροξειδάση
2 H2O2 + 3,5-διχλωρο-2-υδροξυ-βενζενσουλφονικό οξύ +
4-αμινοφαιναζόνη                                          έγχρωμη κινονεϊμίνη + HCl + 4 Η2Ο

Υλικά
Αντιδραστήριο
            Φωσφορικό ρυθμιστικό (pH=5,0, 50mmol/l)
            4-αμινοφαιναζόνη (0,3mmol/l)
            3,5 DCHBS (4mmol/l)
            Υπεροξειδάση (100U/l)
            Σταθεροποιητές (500U/l)
Πρότυπο διάλυμα ουρικού οξέος 8mg/dl
Ορός αίματος
Φωτόμετρο

Μέθοδος
Σε τρεις δοκιμαστικούς σωλήνες τοποθετούμε το αντιδραστήριο, το πρότυπο και το δείγμα όπως υποδεικνύει ο Πίνακας:




Τυφλό
Πρότυπο
Δείγμα
Πρότυπο διάλυμα
-
5l
-
Δείγμα
-
-
5l
Αντιδραστήριο εργασίας
2ml
2ml
2ml

Αναμιγνύουμε και επωάζουμε πάνω στον πάγκο (σε θερμοκρασία δωματίου) για 20min. Ρυθμίζουμε το φωτόμετρο στα 510nm. Μηδενίζουμε με το τυφλό και παίρνουμε τις απορροφήσεις του προτύπου (Aπροτ) και του δείγματος (Aδειγμ). Η ένταση του χρώματος παραμένει σταθερή για 15 λεπτά.
Υπολογίζουμε τη συγκέντρωση του ουρικού οξέος στον ορό  με τον παρακάτω τύπο:
Aδειγμ
 
Aπροτ
C = 8 x                              (mg/dl)

Τιμές αναφοράς:    Άνδρες      3,4 - 7mg/dl 
       Γυναίκες    2,4 - 5,7mg/dl

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
1.    Να προσδιορισθεί η συγκέντρωση της κρεατινίνης στο δείγμα ορού που θα σας δοθεί και να εκτιμηθεί εάν είναι φυσιολογική

2.    Να προσδιορισθεί η συγκέντρωση του ουρικού οξέος στο δείγμα ορού που θα σας δοθεί και να εκτιμηθεί εάν είναι φυσιολογική